Ποιήματα – Γιώργος Σεφέρης

Γιώργος Σεφέρης

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ‘σουν εσύ που θα ‘φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Που’ ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα
στα δυο και τον αποσβολώνει;

Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;

Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Τα χέρια που μας άγγιξαν δεν μας ανήκουν, μόνο
βαθύτερα, όταν σκοτεινιάζουν τα τριαντάφυλλα
ένας ρυθμός στον ίσκιο του βουνού, τριζόνια
νοτίζει τη σιωπή μας μες στη νύχτα
γυρεύοντας τον ύπνο του πελάγου

«Το κορμί πεθαίνει το νερό θολώνει η ψυχή
διστάζει
κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει
μα η φλόγα δεν αλλάζει»

Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια χούφτα χώμα, στις άδειες παλάμες.

Ήμασταν χαρούμενοι όλο εκείνο το πρωί
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρώτα γυάλιζαν οι πέτρες τα φύλλα και τα λουλούδια
έπειτα ο ήλιος
ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μα τόσο ψηλά στον ουρανό.

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υακίνθους·
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών―
γι΄αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Παρ΄το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.
Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά που θα είσαι τη στιγμή που θα ‘ρθει
εδώ σ΄αυτό το θέατρο το φως;

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Αναζητήστε το εδώ.


Newsletter

* Εγγράψου για όλες τις ιστορίες και τις στιγμές που θα θέλαμε να είχαν αέρα νοσταλγίας και ονειροπόλησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *